Στη Βουλή η καθυστέρηση για την Οδηγία της ΕΕ για την επάρκεια των μισθών
Συνεχίστηκε την Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2026, στην Επιτροπή Εργασίας της Βουλής, η συζήτηση για την ανάγκη λήψης μέτρων από πλευράς της Κυβέρνησης με σκοπό την επέκταση και την εφαρμογή των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.
Τη ΣΕΚ εκπροσώπησε στη Βουλή ο Γενικός Οργανωτικός, Ιωάννης Τσουρής, ο οποίος στην τοποθέτησή του τόνισε τη σημασία της περαιτέρω ενίσχυσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι το υφιστάμενο σύστημα εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο διαθέτει ισχυρές βάσεις και έχει αποδείξει διαχρονικά την αξία και την ανθεκτικότητά του.
Εκ μέρους της ΣΕΚ επισημάνθηκε ότι το σύστημα εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο είναι οικοδομημένο εδώ και πολλές δεκαετίες σε γερές βάσεις, με τον κοινωνικό διάλογο, την τριμερή συνεργασία και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις να αποτελούν βασικούς πυλώνες του.
Την ίδια ώρα, όμως, το γεγονός ότι η κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας παραμένει γύρω στο 40% καταδεικνύει ότι, ως Κοινωνικοί Εταίροι, χρειαζόμαστε πιο σύγχρονα εργαλεία, αλλά και κίνητρα, για να δώσουμε μεγαλύτερη ώθηση στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Προς αυτή την κατεύθυνση έχει συσταθεί ad hoc τριμερής επιτροπή, η οποία συνεδριάζει από τον περασμένο Φεβρουάριο, με στόχο την ανταλλαγή απόψεων και την επεξεργασία μέτρων που μπορούν να συμβάλουν στη διεύρυνση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στην επέκταση της κάλυψης των Συλλογικών Συμβάσεων.
Την ευθύνη για την εκπόνηση του σχετικού Σχεδίου Δράσης έχει το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ στο πλαίσιο των συνεδριάσεων της επιτροπής κάθε πλευρά κατέθεσε τις θέσεις και τις προτάσεις της, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού πλαισίου για την επίτευξη του στόχου που θέτει η Οδηγία, δηλαδή την κάλυψη του 80% των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις.
Οι συζητήσεις στην τριμερή επιτροπή επικεντρώνονται σε πέντε βασικούς άξονες: στον Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων, στο νομοθετικό πλαίσιο –περιλαμβανομένων των Συμβάσεων και Συστάσεων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας–, στην παροχή κινήτρων για αύξηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, στην ενημέρωση και την καλλιέργεια κουλτούρας συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς και στην εκπαίδευση.
Το ζητούμενο, όπως ανέφερε ο κ. Τσουρής, δεν είναι να αλλάξουμε εκ βάθρων τη φιλοσοφία ενός συστήματος εργασιακών σχέσεων που έχει αποδείξει διαχρονικά την αξία και την ανθεκτικότητά του. Είναι να το ενισχύσουμε με κίνητρα και με σύγχρονα εργαλεία, ώστε οι συλλογικές διαπραγματεύσεις να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυναμική και οι Συλλογικές Συμβάσεις να καλύψουν πολύ περισσότερους εργαζόμενους.
