«Οι αγωνιστές της ελευθερίας δεν παραδίδονται.Νικούν ή πεθαίνουν»
Αναφωτία, 30 Αυγούστου 2026
Με ιδιαίτερη συγκίνηση και σε κλίμα σεβασμού τελέστηκε την περασμένη Κυριακή, 30 Αυγούστου 2026, το ετήσιο Εθνικό Μνημόσυνο του ήρωα της Ε.Ο.Κ.Α. Μιχαλάκη Παρίδη, από τον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου στην Αναφωτία, τη γενέτειρα του ήρωα.
Του μνημοσύνου προέστη ο Μητροπολίτης Τριμυθούντος κ.κ. Βαρνάβας, παρουσία συγγενών του ήρωα, εκπροσώπων της πολιτείας και πλήθους κόσμου, που έδωσε το «παρών» για να αποτίσει φόρο τιμής και να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του ήρωα.
Τον επιμνημόσυνο λόγο εκφώνησε ο Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ, Ανδρέας Φ. Μάτσας, ο οποίος αναφέρθηκε στη θυσία και την προσφορά του ήρωα, αλλά και στη σημασία της διατήρησης της ιστορικής μνήμης και της μεταλαμπάδευσης των αξιών για τις οποίες αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν οι ήρωες της Ε.Ο.Κ.Α.
Ακολούθησε κατάθεση στεφάνων στην προτομή του ήρωα, ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη και την προσφορά του.
Το ετήσιο μνημόσυνο διοργανώθηκε από την οικογένεια του ήρωα, τον Σύλλογο «Ένωσις Αναφωτίας», το «Παρίδειο Δροσιάς Λάρνακας», το Κοινοτικό Συμβούλιο Αναφωτίας και το Κοινοτικό Συμβούλιο Βάβλας.



Ολόκληρος ο επιμνημόσυνος λόγος του ΓΓ της ΣΕΚ
Σεβαστό Ιερατείο, φίλε Πρόεδρε της Κοινότητας, Πρόεδρε του Σωματείου Ένωσις Αναφωτίας, Πρόεδρε του Παρίδειου Λάρνακας, Εκπρόσωποι Κοινοβουλευτικών Κομμάτων και Οργανώσεων, φίλε Πρόεδρε του ΕΟΑ Λάρνακας, Εκπρόσωποι των Σωμάτων Ασφαλείας και της Εθνικής Φρουράς, σεβαστές οικογένειες των ηρώων, Ελληνίδες, Έλληνες,
Των ηρώων η μορφή δεν αχνοφέγγει στο σκοτάδι, γίνεται φως
Ανατολή στης δύσης το απόμακρο σημείο, που τέμνει το ιδανικό με τ’ όραμα
Την ελπίδα με την προτροπή, και τον αγώνα
Εκεί που το θάρρος καταπνίγει τον φόβο
Που η πατρίδα, αξίζει του θανάτου την υπέρβαση
Συνώνυμο κέλευσμα με του Έλληνος το αξίωμα
Αυτό το φως, ως απάντηση στης σκλαβιάς το σκοτάδι, θα πρέπει να αναδείξουμε και σήμερα, τιμώντας τον Μιχαλάκη Παρίδη και όλους τους ήρωες μας που έμειναν πιστοί, σε αυτό που αναδεικνύεται από τον Πλάτωνα στη στιχομυθία ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Κρίτωνα. «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστίν Πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά Θεοίς και παρ’ ανθρώποις, τοις νουν έχουσιν».
Η παραβολικότητα στην έκφραση, αναδεικνύει το μεγαλείο, τη στόχευση και τη συνειδητή προσήλωση στον αγώνα, ενός ήρωα που στα είκοσι δύο του χρόνια είχε αποτυπώσει και αναδείξει τη δική του εθνική αποστολή- « εγώ θα κάμω παιδιά αθάνατα». Απόκριση προς τη μητέρα του, στη μεταξύ τους στιχομυθία περί γάμου. «Δεν κατάλαβα που πήγαινεν ο λόος του. Που να περάσει από τον νου μου ότι μου μιλούσε παραβολικά! Δεν μου εξήγησε ούτε μου φανέρωσε πως εννοούσε τον αγώνα μας, τες θυσίες του». Αναφέρει όλο νόημα η μάνα.
«Εγώ θα κάμω παιδιά αθάνατα». Μια φράση γεμάτη Ελληνοπρέπεια, σε μια απόλυτα συνειρμική διασύνδεση με το εμβληματικό πρόσταγμα και την ιστορικά διαχρονική παρακαταθήκη πως, «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει».
Δεν πεθαίνει γιατί δεν μας το επιτρέπει η ιστορία, δεν πεθαίνει γιατί μας προστατεύει ο Θεός, σαφώς και δεν πεθαίνει γιατί μας ευλογεί η Παναγιά. Και όσο διατηρούμε την Ελλάδα ζωντανή, ως ψυχικό απόθεμα και ανάχωμα σε κάθε εφήμερο, Κίρκειο κάλεσμα, θα συνεχίσουν να γεννιούνται ωραίοι Έλληνες, γιατί αυτό επιβάλλουν οι αρχές και οι αξίες της φυλής μας.
«Ο Μιχαλάκης μου ήταν ένα μωρό ίλαρο, φρόνιμο, έξυπνο. Πήγαινε μαζί μου και με βοηθούσε στα περιβόλια, στο αμπέλι, στες ελιές. Το βράδυ πήγαινε στον σύλλογο», αναφέρει η μητέρα του Παρίδη, Παναγιώτα. Ένας καθημερινός άνθρωπος, μα ταυτόχρονα κι’ ένας αγωνιστής με έντονα ψυχικά αποθέματα και με ποιητική καλλιέργεια που αναδεικνύει μια άλλη, ευαίσθητη πτυχή της προσωπικότητάς του.
Η μητέρα του αναδεικνύει μέσα από αυτή την περιγραφή του γιου της, την ηθική του διάσταση, το εύστροφο της σκέψης του, την εργατικότητά του, αλλά και την κοινωνική του δραστηριοποίηση, εκεί όπου οι συναντήσεις και οι συναναστροφές καλλιεργούσαν, αποτύπωναν και αναδείκνυαν τις εθνικές ανησυχίες, μετατρέποντάς τις σε οράματα και στόχευση ζωής.
«Ο Παρίδης ήταν άνθρωπος καλοσυνάτος, θρήσκος, γελαστός, πάντα γελούσε», αφηγείται περιγράφοντάς τον, η Γεωργία Ανδρέα Σουρουκλή που τον φιλοξενούσε μαζί με τον σύζυγό της, αγωνιστή και μετέπειτα ήρωα του Αγώνα, σε κρησφύγετο στο σπίτι τους.
«Ήταν πατριώτης, και ο πατριωτισμός του ήταν έκδηλος, δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει. Είχε δίψα μέσα του μεγάλη να αγωνιστεί. Ήταν αγνός, ανιδιοτελής», θα συμπληρώσει ο συναγωνιστής και μέλος της ομάδας του, Μάκης Παπαχαραλάμπους.
Όλα τα στοιχεία και χαρακτηριστικά που συνέθεσαν τη σκιαγράφηση του αποτυπώματος ενός αγωνιστή με εθνική συνείδηση και όραμα. Ενός «ιδεαλιστή- διανοούμενου του Απελευθερωτικού Αγώνα 1955-1959, που κατά τη σύντομη ζωή του έκανε τον λόγο πράξη με απόλυτη συνέπεια ως την κορυφαία στιγμή της υπέρτατης θυσίας του υπέρ των ιδανικών που με τόση ζέση υποστήριζε», θα καταγράψει ο επιστήθιος φίλος του Γεώργιος Λυκούργος, προλογίζοντας το βιβλίο του Σωκράτη Αντωνιάδη, «Μιχαλάκης Παρίδης, ο αγωνιστής- ποιητής της ελευθερίας».
Ελληνίδες, Έλληνες,
Μνημονεύουμε και τιμούμε σήμερα τον Μιχαλάκη Παρίδη, της Παναγιώτας και του Γεωργίου, το παλληκάρι της Αναφωτίας, που αρνήθηκε να παραδοθεί στους Άγγλους όταν περικυκλώθηκε το κρησφύγετό του, βροντοφωνάζοντας αυτό που οι Έλληνες έχουμε διαχρονικά μάθει και διδάξει δια του παραδείγματος, σε κάθε επόμενη γενιά πως, «οι αγωνιστές της ελευθερίας δεν παραδίδονται. Νικούν ή πεθαίνουν».
Μια νουθεσία ζωής, η οποία λαμβάνει τη δική της αξιακή σημασία ακόμα και εν καιρό ειρήνης. Αυτή η αρχή ως στάση ζωής σε κάθε έκφανση της δραστηριοποίησής μας, θα πρέπει να λειτουργεί ως υπόμνηση του χρέους, του καθήκοντος, της οφειλής. Σε εθνικό, σε πολιτικό, σε κοινωνικό, σε συνδικαλιστικό, σε προσωπικό επίπεδο.
Η αξιοπρέπεια δεν διαβαθμίζεται, δεν παραδίδεται, δεν προδίδεται, δεν υποβαθμίζεται, σαφώς και δεν παρακάμπτεται. Κληρονομιά από τους γονείς και τους προγόνους μας, παρακαταθήκη προς τα παιδιά μας και προς όλες τις επόμενες γενιές.
Γιατί σε αυτόν τον τόπο, δεν μας χαρίστηκε τίποτα. Ούτε η εθνοτική μας καταγωγή που διατηρείται ατόφια εδώ και αιώνες, ούτε η γλώσσα που παραμένει αυθεντικά αναλλοίωτη στις αμμουδιές του Ομήρου, ούτε ο πολιτισμός, η παράδοση, η θρησκεία και η αυθεντική γαλανόλευκη ομορφιά που καλύπτει τον ουρανό και τη θάλασσα.
Ομοίως και κανένας από εμάς δεν έχει κανένα δικαίωμα να τα παραδώσει όλα αυτά, υπό το πρόσχημα ενός ψευδεπίγραφου εκσυγχρονισμού και της όποιας πολυπολιτισμικής εξέλιξης. Η έννοια του σεβασμού δεν μπορεί να είναι σε καμία περίπτωση συνώνυμη της ισοπεδωτικής παράδοσης και αλλοτρίωσης.
Οι ήρωες της κοινότητάς σας είχαν κάνει όλες αυτές τις αρχές βίωμά τους. Σεβόμενοι τον εαυτό τους, ήξεραν να σέβονται την ανθρώπινη αξία και μέσα από αυτήν, την ίδια την πατρίδα για την οποίαν αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν.
Μαζί με τον Μιχαλάκη Παρίδη, τιμούμε σήμερα και άλλα δύο παλληκάρια μας.
Τον Τάσο Κωνσταντίνου, της Ελένης και του Κώστα, τέκνον της Κοινότητάς σας, ο οποίος μυήθηκε στην ΕΟΚΑ το 1956 σε ηλικία μόλις 15 ετών, αναπτύσσοντας έντονη δράση στην ευρύτερη περιοχή της Αναφωτίας.
Με το τέλος του αγώνα και την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατατάγηκε στην αστυνομική δύναμη και έπεσε μαχόμενος στον ‘Αγιο Σωζόμενο, στην προσπάθεια του να βοηθήσει τραυματισμένο συνάδελφό του, κατά τη διάρκεια της Τουρκανταρσίας του 1964.
Μαζί τιμούμε και τον ήρωα Χριστόδουλο Φωτίου Μαούζη από την Βοκολίδα, η προτομή του οποίου φιλοξενείται στην Αναφωτία, μέχρι την ώρα της απελευθέρωσης και τη μεταφορά της, μαζί με τα λείψανά του στην πατρώα γη.
Ο Χριστόδουλος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο 399 ΤΠ και εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τους Τούρκους εισβολείς, ενώ είχε συλληφθεί αιχμάλωτος με άλλους στρατιώτες στο χωριό Βώνη, τον Αύγουστο του 1974. Τα οστά του βρέθηκαν σε αρχαίο λαξευτό τάφο στο χωριό Μπέκιογιου το 2005 και τάφηκαν με τιμές 37 χρόνια μετά τη θυσία του.
Φίλες και φίλοι,
Για εμάς τους Έλληνες, η τιμή προς τους ήρωές μας, με την απόδοση του κλέους, της αιώνιας μνήμης, αποτυπώνεται και μέσα από τον Επιτάφιο του Περικλέους, όμοια της αρετής και της ελευθερίας, διασυνδέοντας και αναδεικνύοντας τη δύναμη της πόλης ως αποτέλεσμα του ηθικού μεγαλείου, της πνευματικής ελευθερίας και της ανδρείας των κατοίκων της.
Στοιχεία και αρχές που διασυνδέονται πλήρως με τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του Μιχαλάκη Παρίδη, για τον οποίο, το καλύτερο εθνικό μνημόσυνο, παράλληλα με το θρησκευτικό, διασυνδέεται με την ηθική μας συνταύτιση, κάνοντας τον όρκο των Αρχαίων Αθηναίων νεανίων, αδιαπραγμάτευτο τρόπο ζωής.
Αναντίλεκτα, είναι προτιμότερο οι τιμές που απονέμονται σε άνδρες οι οποίοι αναδείχθηκαν γενναίοι με τα έργα τους, να εκδηλώνονται και αυτές με έργα μόνο, θα μας υπομνήσει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους.
Καλούμαστε να είμαστε, να παραμείνουμε συνεπείς προς το ιστορικό μας χρέος, σε κάθε επόμενη πρόκληση. Καλούμαστε να αντιδράσουμε έγκαιρα, ο καθένας και η κάθε μια από το δικό μας μετερίζι έτσι ώστε να ανατρέψουμε τις όποιες επικίνδυνες ατραπούς μπορεί να προδιαγράφονται.
Ο Μιχαλάκης Παρίδης, δεν εφησυχάστηκε, δεν συμβιβάστηκε και δεν αφέθηκε παθητικά στης μοίρας το πεπρωμένο. Γεννημένος το 1933 και έχοντας ολοκληρώσει τη φοίτησή του στο Λύκειο Λάρνακας εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, ενώ από νωρίς εντάχθηκε στις τάξεις της ΟΧΕΝ, διατελώντας παράλληλα Επαρχιακός Γραμματέας της Παγκύπριας Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΠΕΟΝ).
Μέσα από τις Οργανώσεις αυτές είχε ξεκινήσει η δράση του στον αντιαποικιοκρατικό αγώνα. Η επαναστατική του δραστηριότητα, ως εξωτερίκευση της Ελληνικής του ψυχής, τον είχε θέσει στο μικροσκόπιο με αποτέλεσμα το 1951 να απολυθεί από την Τράπεζα Κύπρου στην οποία εργαζόταν. Το εθνικό καθήκον, είχε τεθεί προ πολλού πιο πάνω από κάθε προσωπική φιλοδοξία.
Η φυσιολογική εξέλιξη αυτής της δραστηριοποίησής του, και με δεδομένο το γεγονός πως, ο Παρίδης ήταν άνθρωπος των πράξεων και όχι των λόγων, παρά το γεγονός πως μιλούσε όμορφα και με παρρησία, μυήθηκε στην ΕΟΚΑ το 1954, προτού ξεκινήσει ο Αγώνας.
Η έναρξή του, την 1Απριλιά του 1955, βρίσκει τον Παρίδη στην πρώτη γραμμή, ως αναπληρωτή ομαδάρχη της Ομάδας «Άρης», η οποία μαζί με την Ομάδα «Κρόνος», είχε ως αποστολή, φέρνοντάς την εις πέρας, την βομβιστική επίθεση στο Δικαστήριο Λάρνακας.
Δύο Ομάδες οι οποίες είχαν λάβει τα εύσημα από τον Αρχηγό Διγενή, λίγες μέρες προηγουμένως, σε συνάντηση μαζί του, τονίζοντάς τους πως, η ζωή τους θα κινδυνεύσει, δίνοντας όμως συγχαρητήρια γιατί θα ήταν οι πρωτοπόροι του ευγενούς και μεγάλου αγώνα. Η απάντηση των αγωνιστών ήταν σαφής και ξεκάθαρη, «είμαστε αποφασισμένοι και έτοιμοι».
Και ήταν όντως. Συνειδητοποιημένα πανέτοιμοι. Το βράδυ της 1ης Απριλίου, προτού φύγει από το σπίτι για την αποστολή, είχε πει στην αδελφή του, Λιάνα Παρίδου ΚαΪσερλίδου, όπως η ίδια αναφέρει: «Κοίταξε, εγώ θα αργήσω απόψε να έλθω. Θα ακούσεις δυνατό θόρυβο, αλλά να μην φοβηθείς. Μόλις φύγω, να πάεις να πλαγιάσεις στο κρεββάτι μου. Όταν γυρίσω πίσω, θα πάεις στο κρεββάτι σου εσύ και εγώ στο δικό μου». Προνοητικός και για παν ενδεχόμενο, ήθελε, σε περίπτωση που γινόταν έλεγχος στο σπίτι μετά την αποστολή, να βρουν το κρεββάτι ζεστό σαν επιβεβαίωση ότι βρισκόταν στο σπίτι.
Οι εκρήξεις έγιναν όντως την προκαθορισμένη ώρα, άλλα όμως λίγο αργότερα μέλη των δύο Ομάδων συμπεριλαμβανομένου και του Παρίδη συνελήφθησαν από την αστυνομία. Σε δίκη που ακολούθησε, καταδικάστηκε σε επτά χρόνια φυλάκιση, όπου μετά από 2.5 χρόνια δραπέτευσε όντας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας εγχειρισμένος, με τη βοήθεια μιας νοσοκόμας που είχε προσεγγιστεί από την Οργάνωση.
Τα ηγετικά χαρακτηριστικά και τα οργανωτικά προσόντα του Παρίδη, σε συνάρτηση με το ήθος, την τιμιότητα και τη φιλοπατρία του, εκτιμήθηκαν από τον Αρχηγό, και του ανατέθηκαν καθήκοντα τομεάρχη στα χωριά της Λάρνακας, καταφέρνοντας την ανασύνταξη των ομάδων του αντάρτικου σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ελενίτσας Σεραφείμ, αναγνωρίζοντας την αποτελεσματικότητα και την πειθαρχία που επέφερε και επέβαλε ο Παρίδης, ο Αρχηγός του έστειλε ένα στεν-γκαν ευχαριστώντας τον για τη δράση του.
Ο Παρίδης ήξερε να εμπνέει και να καθοδηγεί, με τον δικό του τρόπο και ανάλογα με την περίσταση. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία της δεκάχρονης τότε, Παναγιώτας Σουρουκλή Αργύρη στους αρραβώνες της αδελφής της οι οποίοι γίνονταν δίπλα από το σπίτι του αδελφού της Αντρέα στο οποίο έμενε μυστικά ο Παρίδης. Το γλέντι βρισκόταν σε εξέλιξη και τα τραγούδια ήταν όλα ερωτικά χωρίς καμία εθνική παραπομπή. Τότε ο Παρίδης έγραψε δύο δίστιχα, τα έδωσε στον Αντρέα και αυτός στη μικρή η οποία και τα τραγούδησε:
«Ώρα πολλή σας καρτερώ να πείτ’ εσείς οι άλλοι
για τον μεγάλο Διγενή, που τρέμουσιν οι Άγγλοι
τραγούδια για τον έρωτα, κανεί πιον, πέτε κι’ άλλα
για τους λεβέντες που ‘φαε το βόλι κι’ η κρεμμάλα»
Τον Απρίλιο του 1957 ο Παρίδης μετακινήθηκε στις Αγγλισίδες, ενώ τον Ιούλιο του 1958 πήγε στη Σκαρίνου και από εκεί στη Μονή του Αγίου Μηνά και στη συνέχεια στο κρησφύγετο «Φλόγα» και τελικά στη Βάβλα στο σπίτι του Χριστάκη Καραγιώργη, τον οποίο είχε ορίσει και ως αντικαταστάτη του.
Στις 27 Αυγούστου το πρωί, δύο στρατιωτικά οχήματα γεμάτα Άγγλους στρατιώτες έφτασαν στη Βάβλα και άρχισαν τις έρευνες, με τη συνοδεία Τ/Κ αστυνομικού. Η Παρασκευούλα Δημητριάδου που τροφοδοτούσε τον Παρίδη, τον ενημέρωσε για την επικινδυνότητα της κατάστασης με την έντονη παρουσία των Άγγλων και πως θα έπρεπε να εγκαταλείψουν το σπίτι. Αρχικά, ο Παρίδης έλυσε το όπλο του βάζοντάς το σε ένα καλάθι με τις δύο σφαιροθήκες. Αφού έκαψε όλες τις σημειώσεις έκλεισε το κρησφύγετο και βγήκαν στην αυλή για αναχώρηση. Στάθηκε όμως για μια στιγμή λέγοντάς της: «Σ’ ευχαριστώ Παρασκευούλα. Εσύ φύγε. Εγώ θα μείνω. Δεν μπορώ να φύγω».
«Μιχαλάκη του είπα, τρελάθηκες; [αποκρίθηκε η ίδια] Πρέπει να φύγουμε, δεν έχουμε καιρό».
«Όχι Παρασκευούλα, εγώ δεν μπορώ να φύγω. Δεν πρόκειται να βγω έξω για να με συλλάβουν. Τί θα πει ο Διγενής, πως θα νιώσουν οι συναγωνιστές μου, όταν μάθουν ότι ο τομεάρχης τους παραδόθηκε με το όπλο λυμένο; Θα πολεμήσω, έτσι κάνουν οι αγωνιστές». Μια σφαίρα τον χτύπησε στην καρδιά παραδίδοντας τον Ονήσιλο της ΕΟΚΑ εκεί που πραγματικά ανήκει- στην αιωνιότητα του Ελληνικού ηρωισμού.
Η θυσία του βύθισε σε μεγάλη θλίψη τους συναγωνιστές του καθώς αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για την Οργάνωση. Η στωικότητα όμως με την οποία αντιμετώπισαν οι γονείς και οι συγγενείς την απώλειά του, αποτελεί ένα ακόμα σημείο αναφοράς και ανάδειξης της Ελληνικής λεβεντιάς ακόμα και στον θάνατο του αγαπημένου ήρωα.
Η εφημερία «Έθνος» αναγράφει στις 29 Αυγούστου 1958:
«Με αξιοπρέπειαν, αγέρωχοι, απτόητοι και υπερήφανοι εδέχθησαν οι συγγενείς του Παρίδη τον θάνατον του λατρευτού των. Και εις το μοιρολόγι των το διελάλουν: «μας τίμησες με το αίμα σου, γιε μας, χρυσέ αδελφέ μας».
Το φέρετρο οδηγήθηκε στο πατρικό σπίτι του Παρίδη, όπου η εξώπορτα δεν άνοιγε λόγω του ότι είχε χαθεί το κλειδί. Με αυτό το δεδομένο, η μητέρα του ψιθύρισε, «δεν θέλει να μπεις μέσα νεκρός, γιε μου, σε θέλει ζωντανόν, γελαστόν, όπως πάντα».
Ενώ η Ελληνική λεβεντιά της μάνας συνεχίζει να αποτυπώνεται μέσα από τα ίδια της τα λόγια, «Εκείνα είχε στον νου του ο γιος μου, εκείνα πεθυμούσε. Εκείνα που πεθυμούσε, για εκείνα έδωσε τη ζωή του».
Ελληνίδες, Έλληνες,
Εμείς οφείλουμε σήμερα να διατηρήσουμε το χαμόγελο του Παρίδη ζωντανό και «τα παιδιά που έκαμε αθάνατα». Ως ΣΕΚ, που αποτελούμε την προέκταση εκείνου του αγνού και επικού Αγώνα θα παραμείνουμε πιστοί σε αυτά τα οράματα και παρακαταθήκες που παραπέμπουν στις αρχές και στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης.
Σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα και στη βάση των ευρύτερων γεωπολιτικών εξελίξεων, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα για παλινδρομήσεις. Οφείλουμε να εδραιώσουμε και να αξιοποιήσουμε γεωστρατηγικές συμμαχίες, στη βάση και στην αρχή του Θουκυδίδειου ρεαλισμού και του αμοιβαίου οφέλους, δημιουργώντας προοπτικές για επίλυση του Κυπριακού μέσα από τη λογική της απελευθέρωσης και της αξιοποίησης του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου και του Διεθνούς Δικαίου.
Ας μην γελιόμαστε. Διαφορετική ήταν η λογική, η στόχευση, ίσως και η χρησιμότητα κάποιων Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή, διαφορετική μετά την παράνομη ανακήρυξη του ψευδοκράτους και εντελώς αποπροσανατολιστικά διαφορετική σήμερα, όπου η κάθε δίοδος αποτελεί επιβεβαίωση, εδραίωση και «νομιμοποίηση» της κατοχής, υπό τη μορφή των Μέτρων Ολοκλήρωσης ή και Οριστικοποίησης του Εγκλήματος. Παράλληλα με την παραδοξότητα του κινδύνου της μετατροπής τους από μέτρα χαμηλής, υποστηρικτικής, πολιτικής έντασης, σε μέτρα υψηλής πολιτικής προϋπόθεσης.
Δυστυχώς η απάντηση από την Τουρκία, στην έκκληση για τη δημιουργία προϋποθέσεων επανέναρξης του διαλόγου, δόθηκε. Δύο κράτη (άμεσα ή συγκεκαλυμμένα λίγο αργότερα) και έμμεση, υπό τη μορφή της πολιτικής «εισβολής» στο Αιγαίο, με την ανακήρυξη τουρκικών «εθνικών θαλάσσιων πάρκων», σε περιοχές πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων.
Η στάση ζωής και η θυσία του Μιχαλάκη Παρίδη και των άλλων ηρώων μας, αποτελούν καθοδηγητικό φάρο και έμπνευση για επανακαθορισμό της πορείας μας στη βάση ενός συγκροτημένου και συνολικού σχεδιασμού «υψηλής στρατηγικής», ως αντιστάθμισμα της Τουρκικής «στρατηγικής της εκμηδένισης».
Το οφείλουμε στην πατρίδα και σε όσους την τίμησαν, όπως βέβαια και στα παιδιά μας και σε όσους θα έρθουν μετά από εμάς.
Αιωνία ας είναι η μνήμη του Μιχαλάκη Παρίδη και όλων των ηρώων μας.
Καλή λευτεριά.