Ένας στους τρεις εργαζόμενους στην Κύπρο με απολαβές μέχρι €1.500

Την εικόνα των μισθών στην Κύπρο αποτυπώνουν τα νέα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα την περασμένη Τετάρτη 28 Ιανουαρίου η Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου, επιβεβαιώνοντας την έκταση του μισθολογικού προβλήματος και ενισχύοντας τα συμπεράσματα της μεγάλης έρευνας που διεξήχθη τον περασμένο Απρίλιο για λογαριασμό της ΣΕΚ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, ποσοστό 30,2% των Κυπρίων εργαζομένων έχει ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές μέχρι €1.500, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό (43,9%) καταγράφεται στην κατηγορία απολαβών από €1.500 έως €2.999. Ποσοστό 15,5% λαμβάνει μεταξύ €3.000-€4.499, 6,7% από €4.500 μέχρι €5.999 και μόλις 3,8% πάνω από €6.000.

Ακόμη πιο επιβαρυμένη εμφανίζεται η εικόνα για τους μη Κύπριους εργαζόμενους, καθώς το 49,1% λαμβάνει απολαβές κάτω των €1.500, ενώ ποσοστό 31,5% βρίσκεται στην κατηγορία €1.500-€2.999. Μόλις 7,6% των μη Κυπρίων εντάσσεται στην κατηγορία απολαβών άνω των €6.000.

Για το σύνολο των εργαζομένων (Κύπριους και ξένους), το 36,5% αμείβεται με μέχρι €1.500, το 39,7% μεταξύ €1.500-€2.999 και το 12,7% μεταξύ €3.000-€4.499, ενώ μόνο το 11% λαμβάνει απολαβές άνω των €4.500.

Οι μέσες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025 ανήλθαν στα €2.452, παρουσιάζοντας αύξηση 4,3% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024. Οι άνδρες είχαν μέσες απολαβές €2.622 και οι γυναίκες €2.238, με τις γυναίκες να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό (40,5%) στην κατηγορία κάτω των €1.500, γεγονός που αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη μισθολογική ανισότητα.

Σε δηλώσεις του, ο Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ, Ανδρέας Φ. Μάτσας, κληθείς να σχολιάσει τα στοιχεία, ανέφερε ότι μέσα από τα δεδομένα καταγράφεται ξεκάθαρα η πραγματικότητα που βιώνουν οι Κύπριοι εργαζόμενοι και παράλληλα επιβεβαιώνονται τα ευρήματα της έρευνας της ΣΕΚ που πραγματοποιήθηκε πριν από μερικούς μήνες, μέσα από την οποία αναδεικνύεται η δυσκολία της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων να ανταποκριθεί σε βασικές οικονομικές υποχρεώσεις και ανάγκες.

Τόνισε ότι μέσα από τα στοιχεία αναδεικνύεται επίσης το μεγάλο μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το γεγονός ότι μεγάλο ποσοστό εργαζομένων δεν επωφελείται από τη Φορολογική Μεταρρύθμιση, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ΣΕΚ για την ανάγκη παραχώρησης συμπληρωματικών επιδομάτων στήριξης προς αυτή τη μεγάλη ομάδα εργαζομένων.

Παράλληλα, επισήμανε ότι, παρότι αυξάνεται η ονομαστική αξία των μισθών, η αγοραστική τους δύναμη μειώνεται λόγω των πληθωριστικών τάσεων, γεγονός που επιβεβαιώνει την ορθότητα της απόφασης για πλήρη αποκατάσταση του θεσμού της ΑΤΑ, αλλά και την ανάγκη οριζόντιας επέκτασης της εφαρμογής του. Υπογράμμισε ότι μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και ότι προς την κατεύθυνση αντιμετώπισης του προβλήματος επιβάλλεται η δημιουργία συνθηκών και προϋποθέσεων για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων, ώστε να καλύπτουν το σύνολο των εργαζομένων, με διασύνδεσή τους με τις δημόσιες συμβάσεις ως προϋπόθεση για τις επιχειρήσεις.

Αναφέρθηκε επίσης στη σημαντική μισθολογική απόκλιση που καταγράφεται για εργαζόμενους από τρίτες χώρες, σημειώνοντας ότι το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει τη θέση της ΣΕΚ για την ανάγκη επανασυζήτησης της στρατηγικής απασχόλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες, με υποχρεωτική διασύνδεση με την εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων.

Τέλος, επανέλαβε ότι τα στοιχεία επιβεβαιώνουν την ανάγκη αλλά και την υποχρέωση του κράτους και της κυβέρνησης για περαιτέρω βελτίωση του ύψους του κατώτατου μισθού, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι το γεγονός πως ποσοστό πολύ μεγαλύτερο του 50% των εργαζομένων δεν μπορεί να καλύψει βασικές βιοποριστικές ανάγκες καθιστά ακόμη πιο επιτακτική, πέραν της αναθεώρησης των μισθών, και τη δημιουργία ενός συνολικού, μεταρρυθμισμένου συνταξιοδοτικού συστήματος, ώστε να δοθεί πραγματική στήριξη τόσο στους σημερινούς, όσο και στους μελλοντικούς συνταξιούχους.

Έρευνα ΣΕΚ

Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Απρίλιο, για λογαριασμό της ΣΕΚ, διενεργήθηκε μεγάλη ποσοτική και ποιοτική έρευνα από την IMR / Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, η οποία ανέδειξε τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, καθώς και τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που καταγράφονται στην κάλυψη βασικών αναγκών.

Συγκεκριμένα, το 75% των εργαζομένων δήλωσε ότι δεν είναι ικανοποιημένο από τον μισθό του, ενώ το 62% ανέφερε ότι δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις και μόλις το 7% ότι ζει άνετα με βάση τα εισοδήματά του. Παράλληλα, το 74% δεν έχει δυνατότητα αποταμίευσης, ενώ το 70% αισθάνεται ανασφάλεια λόγω της οικονομικής του κατάστασης.

Η έρευνα της ΣΕΚ κατέγραψε επίσης ότι, παρότι παρατηρείται ονομαστική αύξηση των μισθών, η αγοραστική τους δύναμη μειώνεται, με αποτέλεσμα το 61% των εργαζομένων να δηλώνει ότι δεν απολαμβάνει καλή ποιότητα ζωής και το 23% να δυσκολεύεται κάθε μήνα να καλύψει ακόμη και αγορές ειδών πρώτης ανάγκης.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι το 68% των εργαζομένων αντιλαμβάνεται μισθολογικές διακρίσεις στην αγορά εργασίας, με πιο ευάλωτους τους νέους και τις γυναίκες, ενώ το 44% θα εξέταζε το ενδεχόμενο μετανάστευσης για καλύτερες απολαβές.