Συλλογικές συμβάσεις και παραγωγικότητα, παράγοντες ανάπτυξης και ευημερίας
Του Γιώργου Πυρίσιη*
Σε μια εποχή κατά την οποία ή ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση δίδει ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, στην αναβάθμιση της παραγωγικότητας, στην επέκταση των συλλογικών συμβάσεων και την ενίσχυση των μισθών, η Κύπρος με την σειρά της θα πρέπει να στοχεύσει σε πολιτικές οι οποίες στηρίζουν τόσο την ευημερία των εργαζομένων όσο και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Η ΣΕΚ εδώ και αρκετά χρόνια είχε θέσει ψηλά στην ατζέντα των προτεραιοτήτων πολιτικής της την αναβάθμιση της παραγωγικότητας, είτε αυτή αφορά την παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού είτε αφορά την παραγωγικότητα κεφαλαίου ανά εργαζόμενο.
Δυστυχώς, η σταδιακή υποβάθμιση του Κέντρου Παραγωγικότητας (ΚΕ.ΠΑ) από το ίδιο το κράτος οδήγησε στο να τεθεί η παραγωγικότητα στο περιθώριο των εξελίξεων στην αγορά εργασίας. Χωρίς αμφιβολία το πρόβλημα δεν είναι μόνο της Κύπρου αλλά αφορά ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης. Η μειωμένη παραγωγικότητα επηρεάζει αρνητικά το κατά κεφαλή ΑΕΠ και αναπόφευκτα οδηγεί σε πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και μακροπρόθεσμα θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Ωστόσο, αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι πως η παραγωγικότητα δεν είναι ευθύνη των εργαζομένων αλλά πρωτίστως των εργοδοτών οι οποίοι αφενός θα πρέπει να επενδύουν σε τεχνολογικές υποδομές και αφετέρου σε εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων. Μέσα από τη φορολογική μεταρρύθμιση δίδονται σημαντικές φορολογικές εκπτώσεις σε επιχειρήσεις σε ότι αφορά δαπάνες ενεργειακής αναβάθμισης, έρευνας και καινοτομίας και ψηφιακής μετάβασης. Η ΣΕΚ στηρίζει πολιτικές παροχής κινήτρων οι οποίες προσφέρουν τη δυνατότητα σε κυπριακές επιχειρήσεις για ενίσχυση τόσο της παραγωγικότητας όσο και της ανταγωνιστικότητας τους.
Ταυτόχρονα, η Κύπρος θα πρέπει να εκμεταλλευτεί οδηγίες οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων. Η εμπειρία από άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδεικνύει πως η μεγαλύτερη κάλυψη εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας για ενίσχυση της παραγωγικότητας αλλά τουναντίον εάν συνδυαστεί με πολιτικές οι οποίες ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων τότε υπάρχει η δυνατότητα θετικού αντικτύπου στο σύνολο της οικονομίας.
Κυβέρνηση και επιχειρήσεις θα πρέπει να προσεγγίζουν τις πολιτικές επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων και της παραγωγικότητας όχι αποσπασματικά αλλά ως μέρος της εξίσωσης η οποία οδηγεί σε πιο δίκαιη κατανομή απολαβών μεταξύ των εργαζομένων, σε περιορισμό του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων και σε ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Τα πιο πάνω θα έπρεπε να ήταν μέρος του κοινωνικού διαλόγου στην Κύπρο. Παρά τις διαφορές μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σε επιμέρους εργασιακά ζητήματα, υπάρχει η προοπτική για συγκλίσεις οι οποίες θα οδηγήσουν σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου εργαζομένων και πολιτών. Ιδιαίτερα στο θέμα ενίσχυσης της παραγωγικότητας οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι εργοδότες έχουν κοινή αφετηρία που δεν είναι άλλη από την ανάγκη βελτίωσης της. Αυτό που μένει είναι η αποφασιστικότητα εκ μέρους τους κράτους για χάραξη μακροπρόθεσμων στρατηγικών που θα υλοποιήσουν τον πιο πάνω στόχο.
Υπεύθυνος Τμήματος Οικονομικών Μελετών ΣΕΚ