Κατώτατος Μισθός: Το νέο διάταγμα «επιβραβεύει» τους κακούς εργοδότες
του Μιχάλη Μιχαήλ
Αν. Γ.Γ. ΣΕΚ
Οι εργοδότες της Κύπρου διαχρονικά είχαν τη θέση ότι ο Εθνικός Κατώτατος Μισθός (ΕΚΜ) πρέπει να παραμείνει χαμηλά και να μην καθοριστεί η ωριαία απόδοση του για να μην δημιουργηθούν προβλήματα στην αγορά εργασίας επειδή ισχυρίζονταν πως αρκετές επιχειρήσεις θα μείωναν την απασχόληση εργαζομένων για να καλύψουν το αυξημένο κόστος των μισθών.
Η πραγματικότητα της Κυπριακής οικονομίας, τρία χρόνια μετά την εισαγωγή του ΕΚΜ, έχει διαψεύσει κατά τρόπο απόλυτο το εργοδοτικό μυθολόγημα. Η ανεργία όχι μόνο δεν αυξήθηκε μετά την εισαγωγή του ΕΚΜ αλλά παρουσίασε σημαντική μείωση, ενώ την ίδια ώρα, η κερδοφορία των επιχειρήσεων συνέχισε να αυξάνεται αφού με βάση τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου το μερίδιο των κερδών ως ποσοστό επί του ΑΕΠ ήταν γύρω στο 26% (Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου). Υπενθυμίζεται ότι πριν την οικονομική κρίση το ποσοστό αυτό βρισκόταν γύρω στο 17%, σε αντίθεση με τους μισθούς οι οποίοι μειώθηκαν από το 48% στο 44%.
Η πρόσφατη αναθεώρηση του κατώτατου μισθού δυστυχώς δεν ικανοποιεί τις ελάχιστες ανάγκες των ευάλωτων εργαζομένων που καλύπτονται από το διάταγμα. Ενδεικτικό της αδικίας που δημιουργείται με το νέο διάταγμα είναι το γεγονός ότι ο νέος ΕΚΜ βρίσκεται σε πιο χαμηλό ποσοστό του διάμεσου μισθού σε σχέση με το προηγούμενο διάταγμα (από 58.5% μειώθηκε στο 56%). Ακόμη πιο άδικο και απαράδεκτο είναι το γεγονός ότι το νέο διάταγμα, σε αντίθεση με τις δημόσιες υποσχέσεις των κυβερνώντων, δεν διάσυνδεσε τον ΕΚΜ με την ωριαία απόδοση του, ανατρέποντας τη φιλοσοφία του θεσμού, συντηρώντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων και αφήνοντας εκτεθειμένους χιλιάδες εργαζομένους οι οποίοι εργάζονται σε εξοντωτικά ωράρια, πολλές φορές πολύ πέραν των 40 ωρών, για να παίρνουν το ελάχιστο εισόδημα που καθορίζει ο ΕΚΜ.
Η απόφαση της κυβέρνησης να μην συμπεριλάβει στο νέο διάταγμα για τον ΕΚΜ την ωριαία απόδοση του, συντηρεί την εκμετάλλευση χιλιάδων εργαζομένων που βρίσκονται παγιδευμένοι στους χαμηλότερους μισθούς, η πλειοψηφία των οποίων είναι νέοι και γυναίκες. Οι εργοδότες αυτών των εργαζομένων πραγματοποιούν κατά κανόνα μεγάλα κέρδη σε βάρος της εργασίας, μια κατάσταση που δεν έχει μόνο κοινωνικό αλλά και δημοσιονομικό αντίκτυπο αφού δημιουργείται η ανάγκη όπως οι επηρεαζόμενοι εργαζόμενοι στηριχτούν από κοινωνικά ταμεία του κράτους για να συμπληρώσουν το εισόδημα τους και να καλύψουν τις ανάγκες τους. Μια εικόνα που δεν είναι αποδεκτή, γιατί ουσιαστικά το κράτος αφήνει τρύπες στην αγορά εργασίας για να τις εκμεταλλεύονται επιτήδειοι εργοδότες και να πραγματοποιούν υπερκέρδη, και εκ των υστέρων να γεννάται η ανάγκη το κράτος να καλύπτει με άλλες κοινωνικές παροχές τα ελλείμματα που δημιουργεί η εργοδοτική ασυδοσία.
Μια άλλη πραγματικότητα είναι το γεγονός πως ένα μεγάλο ποσοστό των πιο χαμηλόμισθων εργαζομένων στην Κύπρο δεν εργοδοτείται σε μικρές επιχειρήσεις. Χιλιάδες κύπριοι εργαζόμενοι απασχολούνται σε μεγάλες επιχειρήσεις του τόπου που έχουν αυξημένα κέρδη συγκριτικά με μικρότερες επιχειρήσεις, και οι οποίες δεν εφαρμόζουν συλλογικές συμβάσεις. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν σημαντικό λόγο και ρόλο στη λήψη αποφάσεων των εργοδοτικών οργανώσεων και αυτό εξηγεί ως ένα βαθμό και την πολεμική που στρατηγικά εφαρμόζουν οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι σε κάθε προσπάθεια βελτίωσης του ΕΚΜ αλλά και της επέκτασης του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων.
Η κυβέρνηση οφείλει επιτέλους να αξιολογήσει αντικειμενικά τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και να εισαγάγει πιο αποτελεσματικούς θεσμούς και μηχανισμούς που θα αποτρέπουν την εργασιακή εκμετάλλευση και θα δημιουργούν συνθήκες αξιοπρέπειας και ευημερίας για το σύνολο των εργαζομένων. Η αντίληψη πολλών εργοδοτών ότι η κερδοφορία και η βιωσιμότητα της επιχείρησης τους διασφαλίζεται μέσα από τη διατήρηση επισφαλών θέσεων εργασίας, χαμηλών μισθών και επιδοτήσεων από το κράτος, καμιά σχέση δεν έχει με τους στόχους ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους όπου η οικονομική και κοινωνική πρόοδος πρέπει να λειτουργούν παράλληλα και αρμονικά. Ο τόπος δεν έχει ανάγκη καμιά επιχείρηση η οποία να στηρίζεται σε μη αξιοπρεπείς μισθούς και μισθούς που να ορίζονται στα όρια της φτώχιας.
Το νέο υπουργικό διάταγμα για τον ΕΚΜ που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2026 «επιβραβεύει» τους κακούς εργοδότες οι οποίοι νομιμοποιούνται να συνεχίσουν να καταβάλλουν τον ΕΚΜ στους εργαζόμενους και την ίδια ώρα να εργάζονται πολύ περισσότερες ώρες από το υπόλοιπο εργατικό δυναμικό.
Η κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί άμεσα προς δύο άξονες: Να αναθεωρήσει το διάταγμα για τον ΕΚΜ ενσωματώνοντας και την ωριαία απόδοση του και να υλοποιήσει την Ευρωπαϊκή Οδηγία για την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων σε ποσοστό τουλάχιστον 80% του εργατικού δυναμικού. Σήμερα που η οικονομία και τα κέρδη των επιχειρήσεων καταγράφουν τις μεγαλύτερες επιδόσεις του 21ου αιώνα, είναι χρέος και κατάλληλη ευκαιρία για την κυβέρνηση για να διασφαλίσει την αξιοπρέπεια και την επάρκεια των εργασιακών δικαιωμάτων.