Συνάντηση ΣΕΚ–ΠΕΟ–ΔΕΟΚ

Την ανάγκη επαναξιολόγησης του ύψους του κατώτατου μισθού, με στόχο την ουσιαστική στήριξη των πλέον ευάλωτων ομάδων εργαζομένων, ανέδειξε η συνάντηση συντονισμού που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2026, μεταξύ των συντεχνιών ΣΕΚ, ΠΕΟ και ΔΕΟΚ.

Σκοπός της συνάντησης ήταν η αξιολόγηση των δεδομένων που προκύπτουν σε σχέση με τον καθορισμό του κατώτατου μισθού, καθώς και η εξεύρεση τρόπων βελτίωσης των ρυθμίσεων που έχουν ήδη ανακοινωθεί, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου συντονισμού των επόμενων κοινών ενεργειών των συντεχνιών.

Κατά τη συνάντηση αποφασίστηκε η αποστολή υπομνήματος προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με αίτημα τη σύγκληση συνάντησης μαζί του. Στο υπόμνημα αναδεικνύονται τέσσερα βασικά θέματα, τα οποία είναι αλληλένδετα και σχετίζονται άμεσα με τη βελτίωση της ρύθμισης της αγοράς εργασίας και των συνθηκών απασχόλησης των εργαζομένων.

Το πρώτο θέμα αφορά τον κατώτατο μισθό, με τις συντεχνίες να επαναφέρουν το ζήτημα της τεκμηριωμένης και επιβεβλημένης –λόγω της συνεχώς αυξανόμενης ακρίβειας– βελτίωσης του ύψους του, σε συνάρτηση και με την απόδοσή του σε ωριαία βάση. Παράλληλα, ζητείται, όπως έχει ήδη συμφωνηθεί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η ενσωμάτωση στον κατώτατο μισθό του ελάχιστου μισθού και του μισθού πρόσληψης που προβλέπονται στις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις.

Το δεύτερο θέμα συνδέεται με την ανάγκη επανακαθορισμού των παραμέτρων που συνθέτουν τη στρατηγική απασχόλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες, ώστε να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας και η προστασία των δικαιωμάτων όλων των εργαζομένων.

Το τρίτο σημείο αφορά την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων, υποχρέωση που απορρέει και ενισχύεται από την Οδηγία για τον Ευρωπαϊκό Κατώτατο Μισθό και την επάρκεια των μισθών. Το θέμα αυτό διασυνδέεται και με τη δέσμευση για σύνδεση των δημόσιων συμβάσεων με την εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων, συμφωνία η οποία έχει ήδη επιτευχθεί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς ωστόσο να έχει μέχρι σήμερα υλοποιηθεί.

Τέλος, το τέταρτο θέμα αφορά την ανάγκη εφαρμογής του λογισμικού «Εργάνη 2», το οποίο αναμένεται να ενισχύσει ουσιαστικά τους ελέγχους στην απασχόληση, καταγράφοντας ολοκληρωμένα τα δεδομένα που αφορούν κάθε εργαζόμενο και συμβάλλοντας στον περιορισμό των αποκλίσεων από τα συμφωνηθέντα, καθώς και της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας.